δημίδιον

δημίδιον [pron. full] [μῐ], τό, Com. Dim. of δῆμος, Ar.Eq.726, 1199; cf. δημακίδιον.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημίδιον — δημίδιον, το (Α) [δήμος] (θωπευτικό υποκορ. τού δήμος) ο κοσμάκης, ο αγαπημένος μου, ο χρυσός μου ο λαός …   Dictionary of Greek

  • δημίδιον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.